Θανάσης Κασαμπαλής: Η πολύπαθη ''ανάπτυξη'' του Βόλεϊ

05/10/2017 11:06240Απόψεις
Ετικέτες: Θανάσης Κασαμπαλής

Η αιτία υπήρχε από πριν. Η αφορμή δόθηκε από την πρόσφατη ωραία εκδήλωση για την ομάδα του χάλκινου μεταλλίου της Γάνδης, και την πικρία που βγήκε από τους πρώην διεθνείς σχετικά με την μη αξιοποίησή τους σαν συμβούλους για την αναβάθμιση του αθλήματος. Δεδομένου δε ότι απέχουμε ακόμη από την έναρξη των πρωταθλημάτων, θεώρησα ότι είναι κατάλληλος ο καιρός για ένα σοβαρό προβληματισμό (που εύχομαι να τον ακολουθήσει και μια σοβαρή και γόνιμη συζήτηση) πάνω στο θέμα της «ανάπτυξης του Βόλεϊ». 

Κατά καιρούς γράφονται διάφορες απόψεις και θέσεις, σχετικά με το διαχρονικά επίκαιρο θέμα της «ανάπτυξης του Βόλεϊ», δηλαδή της διαχείρισης του έμψυχου δυναμικού στις κρίσιμες αναπτυξιακές ηλικίες του αθλήματος, που πολλοί από εμάς υπηρετούμε από διάφορες θέσεις. 

Ασχολούμενος επί 14 (από τα 36 συνολικά) προπονητικά μου χρόνια με το υψηλό επίπεδο της ανάπτυξης ως ομοσπονδιακός τεχνικός στο κλιμάκιο Θράκης και στις Εθνικές ομάδες, παίρνω το θάρρος να εκθέσω τις απόψεις μου θέλοντας να συμβάλλω κι’ εγώ με τον τρόπο αυτό στον άτυπο περί ανάπτυξης διάλογο με στόχο τη βελτίωση της σημερινής κατάστασης. 

Στην προσπάθεια κατανόησης των παθογενειών του χώρου και των προβλημάτων όπως έχουν διαμορφωθεί με την πάροδο των ετών, ας μου επιτραπεί μια αναδρομή στο παρελθόν η οποία νομίζω ότι θα βοηθήσει. 

Τη δεκαετία του 70 θεσπίστηκε η Α΄ Εθνική κατηγορία ανδρών. Από τα αναπτυξιακά πρωταθλήματα υπήρχε τότε μόνο το Πανελλήνιο εφήβων. Το αντίστοιχο των παίδων άρχισε το 1984, χρονιά κατά την οποία η ΕΟΠΕ δημιούργησε και τα «κλιμάκια», ένα κατά γενική ομολογία πετυχημένο θεσμό, ο οποίος τα πρώτα 11 χρόνια λειτούργησε υποδειγματικά και έδωσε πληθώρα κορυφαίων αθλητών-τριών στις Εθνικές μας ομάδες. Επιπλέον πλειάδα αθλητών-τριων υψηλού επιπέδου πού πέρασαν από τις διαδικασίες των κλιμακίων, στελέχωσαν τις κορυφαίες Εθνικές μας κατηγορίες ενώ κάποιοι από τις «φουρνιές» εκείνες εξακολουθούν να παίζουν σε υψηλό επίπεδο μέχρι και τις μέρες μας…. 

Μετά το 1995 με την απομάκρυνση από την τεχνική ηγεσία των κλιμακίων του εμπνευστή και βασικού οργανωτή τους Νίκου Μπεργελέ, άλλαξε ριζικά η φιλοσοφία και ο τρόπος λειτουργίας τους χωρίς ποτέ να γίνουν γνωστά τα αίτια της αλλαγής μιας τόσο πετυχημένης συνταγής. Ενδεχομένως να χρειαζόταν προσαρμογή στα νέα κοινωνικά και αθλητικά δεδομένα. Η κατάληξη πάντως ήταν ότι οι αλλαγές αυτές όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην αναμενόμενη αναβάθμιση των κλιμακίων αλλά αντίθετα τα οδήγησαν στο σταδιακό εκφυλισμό και τελικά στην απαξίωσή τους. 

Τα «κλιμάκια», όσο διάστημα λειτούργησαν σωστά, πέτυχαν το σκοπό τους γιατί εκπλήρωναν δυο συνθήκες. α) ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ και β) Αξιοποίηση και διαχρονική παρακολούθηση των ταλέντων. Συνολικά λειτουργούσαν 10-12 κλιμάκια, ανάλογα με τις διοικητικές περιφέρειες της εποχής. Υπό κανονικές συνθήκες ή έναρξη των εργασιών τους γινόταν το Σεπτέμβριο, εναρμονισμένη με το άνοιγμα των Σχολείων, και τελείωνε τον Ιούνιο με τη διεξαγωγή ενός «Διακλιμακιακού τουρνουά».  

Τον πρώτο μήνα οι προπονητές επισκέπτονταν διαδοχικά όλα τα σχολεία της περιοχής ευθύνης τους και έβλεπαν όλο το έμψυχο υλικό που υπήρχε, κάνοντας επιλογή παιδιών συγκεκριμένης ηλικίας (ανά δυο χρονολογίες γέννησης) και με ΑΥΣΤΗΡΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ (ο λίμπερο θεσπίστηκε το 1997-98). Τα στοιχεία αυτά τα έστελναν στον τεχνικό υπεύθυνο στην Αθήνα. Τους υπόλοιπους μήνες γινόταν προπόνηση 3-4 φορές την εβδομάδα στις έδρες των κλιμακίων ανάλογα με την διαθεσιμότητα γηπέδου και σε συνεργασία με τους συλλόγους στους οποίους υπέγραφαν τα παιδιά δελτίο. Στο τέλος κάθε μήνα οι προπονητές έστελναν σε ειδικό έντυπο τις παρουσίες και το συνολικό αριθμό προπονήσεων καθώς και τις δαπάνες μετακινήσεων κλπ των ιδίων και των παιδιών που ήταν μακριά από την έδρα του κλιμακίου. 

Η χρονιά έκλεινε με ένα τετραήμερο «Διακλιμακιακό τουρνουά». Η πρώτη μέρα αφιερώνονταν στη συμπλήρωση ατομικών καρτελών με τα βιογραφικά, σωματομετρικά και κινητικά δεδομένα των παιδιών, ενώ τις υπόλοιπες μέρες παιζόταν αγώνες με ισορροπημένες σε δυναμικό ομάδες. Τους αγώνες παρακολουθούσαν όλοι οι προπονητές κρατώντας σημειώσεις στις καρτέλες (ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΦΩΤΟΤΥΠΗΜΕΝΕΣ ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ελλείψει υπολογιστών). Η διαδικασία έκλεινε με την ολονύκτια συνήθως σύσκεψη των ΠΟΠ μαζί με τον Τεχνικό υπεύθυνο όλων των κλιμακίων. Εκεί συζητιόταν καθένα παιδί ξεχωριστά έχοντας ο κάθε προπονητής μπροστά την ατομική του καρτέλα με τις παρατηρήσεις που είχε κρατήσει. Η συζήτηση άρχιζε τιμής ένεκεν από το κλιμάκιο Θράκης. Για τη διασφάλιση της αμεροληψίας των επιλογών οι προπονητές όταν η συζήτηση γινόταν για τους αθλητές του κλιμακίου τους, δεν είχαν δικαίωμα λόγου, παρά μόνο απαντούσαν σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Έτσι καταλήγαμε πλειοψηφικά στην τελική επιλογή 25-30 παιδιών (από τα περίπου 110-120 συνολικά), των οποίων τα πλήρη στοιχεία δινόταν στην ΕΟΠΕ. Επιπλέον γινόταν μια λίστα με τα επόμενα στην επιλογή άτομα (10-15) της μικρότερης κυρίως ηλικίας, με το σκεπτικό της παραμονής τους στα κλιμάκια και της δυνατότητας ελέγχου της προόδου τους την επόμενη χρονιά. 

Η επιτυχία του θεσμού των κλιμακίων συνίσταντο στο ότι: το σύνολο των κλήσεων παιδιών για τις Εθνικές παίδων-κορασίδων προερχόταν από την λίστα της τελικής επιλογής. Πολύ δε περισσότερο σπανίως (περίπτωση Μπάμπη Ρήγα), έμπαινε στις εν λόγω Εθνικές κάποιο παιδί ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ χωρίς να έχει κλείσει αυτό τον διετή κύκλο προπονήσεων και τελικής επιλογής του μέσω του «Διακλιμακιακού τουρνουά».  

Αυτά βέβαια συνέβαιναν σε μια εποχή «κρατικοδίαιτου» αθλητισμού, όπου τα περισσότερα έξοδα των Σωματείων και της ΕΟΠΕ καλύπτονταν από τις επιχορηγήσεις της ΓΓΑ. Έτσι για τα περισσότερα σωματεία δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη αναπτυξιακών τμημάτων σαν «έσοδο». Οι δε Σύλλογοι που είχαν οργανωμένα τμήματα Ακαδημιών ήταν μετρημένοι κυριολεκτικά στα δάχτυλα των χεριών. Τα δε τμήματα του μίνι βόλεϊ ήταν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων παντελώς άγνωστα. Την έλλειψη αυτή στις περισσότερες περιοχές αναπλήρωναν τα κλιμάκια. Οι Ακαδημίες σαν έσοδο για τους Συλλόγους προέκυψαν εκ των οικονομικών καταστάσεων πολύ αργότερα. Γενικά επειδή ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων και κυκλοφορούσε (αναλογικά και στο δικό μας άθλημα) αρκετό χρήμα, οι κορυφαίοι Σύλλογοι της Α1 αποκτούσαν εύκολα τους παίκτες που ήθελαν από τα ταλέντα της επαρχίας, μιας και κατά κανόνα δεν είχαν δικά τους αναπτυξιακά τμήματα παραγωγής αθλητών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυο βασικοί διεκδικητές των περισσοτέρων πρωταθλημάτων της Α1 ΠΑΟ-ΟΣΦΠ, έχουν πάρει από τα 33 Πανελλήνια παιδικά πρωταθλήματα μόνο 2(ΟΣΦΠ 2009, 2017) και από τα 44 εφηβικά μόνο 2(ΠΑΟ 1965, 1982). 

Τα χρόνια κύλησαν, το κρατικό χρήμα στέρεψε και οι περισσότεροι σύλλογοι είχαν πρόβλημα σωστής λειτουργίας, όπως και η Ομοσπονδία η οποία κράτησε μεν τον επιτελικό ρόλο της σύγκλισης των αναπτυξιακών Εθνικών ομάδων αλλά με ελαχιστοποίηση των απαραίτητων παροχών. Οι προετοιμασίες πριν από τη συμμετοχή τους σε κάποια επίσημη διοργάνωση έγιναν από μικρές έως ελάχιστες. Αναγκαστικά η ανάπτυξη του βόλεϊ πέρασε εξ ολοκλήρου στους συλλόγους οι οποίοι ανακαλύπτοντας και μια νέα πηγή εσόδων οργάνωσαν τα σχετικά τμήματα. Έτσι στα επόμενα χρόνια παρατηρήθηκε Πανελλαδικά μια θεαματική αύξηση τμημάτων «μινι-βόλεϊ», «ακαδημιών», «αθλητικών καμπ» κλπ. Αυτό σε πρώτη φάση φάνηκε καλό γιατί μεγάλωσε κατά πολύ τη βάση του αθλήματος. Με μια δεύτερη όμως πιο κριτική ματιά παρατηρούμε έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό συλλόγων (υπαρχόντων αλλά κυρίως νεοϊδρυθέντων), να αρκούνται στις ακαδημίες και να παραμένουν συνειδητά μόνο στο κατώτερο επίπεδο του αθλήματος το οποίο τους παρέχει αρκετά έσοδα ενώ έχει ελάχιστα έως μηδενικά έξοδα. Η ΕΟΠΕ ως έχουσα την ευθύνη του ερασιτεχνικού χώρου αλλά και τις προϋποθέσεις, σίγουρα έχει μια πιο αντικειμενική εικόνα της κατάστασης, σχετικά με τον πραγματικό αριθμό αθλουμένων σ’ αυτές τις ηλικίες. 

Μεγάλωσε λοιπόν ξαφνικά η βάση, αλλά δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα στις επόμενες βαθμίδες. Το στοίχημα τώρα είναι πως θα γεμίσουμε τα υπόλοιπα σκαλοπάτια για να έχουμε την ποιότητα που επιθυμούμε και στην κορυφή του αθλήματος. Η μέχρι τώρα πραγματικότητα πάντως μάλλον μας έχει απογοητεύσει. 

Η ΕΟΠΕ τα τελευταία χρόνια θέλησε να οργανώσει το κομμάτι  που της αναλογεί στην ανάπτυξη, αλλά μάλλον με λάθος τρόπο. Η προσέγγιση της οργάνωσης των τότε κλιμακίων με άλλα δεδομένα και άλλο προσανατολισμό σίγουρα δεν οδηγεί στα ίδια πετυχημένα τότε αποτελέσματα. Οι απλήρωτοι ουσιαστικά ΠΟΠ (περιφερειακοί ομοσπονδιακοί προπονητές), έγιναν σκάουτερς αγώνων, ενώ προστέθηκαν και κάποιες ελάχιστες (κυρίως για επιλογή παιδιών) προπονήσεις κατά περιφέρεια. Έτσι η “συγκεντρωτικές” που γίνονται για την τελική επιλογή των εθνικών ομάδων στερούνται ευθυκρισίας, αμεροληψίας και προπάντων σε αρκετές περιπτώσεις αξιοκρατίας, διότι το φιλτράρισμα της επιλογής και σε περιφερειακό και σε Εθνικό επίπεδο περνάει από βραχυπρόθεσμες διεργασίες και από ένα μυαλό! Ήταν τεράστιο λάθος να μετατραπούν οι συλλογικές διαδικασίες σε ατομικές. Δεν είναι λίγες κάθε χρόνο οι αντιδράσεις σχετικά με τις επιλογές παιδιών για τη δημιουργία Εθνικών ομάδων! 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Α. Μια λύση που θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα προς τη θετική κατεύθυνση αλλά και να επαναφέρει την εμπιστοσύνη στις διαδικασίες επιλογής είναι η δημιουργία ΜΙΑΣ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ) που να απαρτίζεται: α) από άτομα εγνωσμένης αξίας και εμπειρίας. β) που να έχουν ασχοληθεί επισταμένως με τις συγκεκριμένες ηλικίες, και γ) κυρίως να τυγχάνουν της αποδοχής και του σεβασμού στο χώρο του Βόλεϊ. Αυτή η επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει: 1) Τον προγραμματισμό όλων των μικρών Εθνικών ομάδων σε βάθος τετραετίας (όπως κάνουν τα προηγμένα αθλητικά κράτη). 2) Τις προτάσεις για την πρόσληψη των ΠΟΠ και των ΟΠ με αξιοκρατικά κριτήρια και βάσει βιογραφικών. 3) Την καθοδήγηση και επιμόρφωση των ΠΟΠ και των ΟΠ προς ένα ενιαίο τρόπο διδασκαλίας του Βόλεϊ με απώτερο στόχο να αποκτήσουμε επιτέλους σε βάθος χρόνου μια “ΣΧΟΛΗ” προσαρμοσμένη στα δικά μας δεδομένα και στην ψυχοσύνθεση του Έλληνα. Σ' αυτή την κατεύθυνση  θα βοηθούσε τα μέγιστα η εκπόνηση ενός προπονητικού εγχειριδίου (coaches manual) κρυφός, ανεκπλήρωτος πόθος του γράφοντος και πρόταση από το 1993 που δημιουργήθηκε ο ΣΕΠΠΕ.  

Β. Επαναφορά του θεσμού ΕΞΕΥΡΕΣΗΣ των ταλέντων, με συστηματικές επισκέψεις των ΠΟΠ στα σχολεία (Δημοτικά και Γυμνάσια) της περιοχής ευθύνης τους. Αν συνεχίσουν να κάνουν τους σκάουτερς, θα βλέπουν ένα μέρος μόνο του δυναμικού της περιοχής τους και βέβαια κυρίως παιδιά που επέλεξαν «μόνα τους το Βόλεϊ», και δεν θα επιλέξαμε εμείς με βάσει τις προδιαγραφές και τις ικανότητες που απαιτεί το άθλημά μας!   

Γ. Επαναφορά των συστηματικών προπονήσεων στα κλιμάκια και όχι των «δειγματοληπτικών» που γίνονται τώρα. Να μεριμνήσει η ΕΟΠΕ ώστε στις έδρες των κλιμακίων να βρεθούν ώρες προπόνησης 2-3 ανά εβδομάδα. Το παιδί που είναι επιλεγμένο για το κλιμάκιο και κάνει συχνές προπονήσεις με αυτό (εκτός αυτών με το σωματείο του), να είστε σίγουροι ότι αισθάνεται τελείως διαφορετικά διότι ξέρει ότι το κλιμάκιο αποτελεί προεθνική ομάδα και ότι για να επιλεγεί εκεί έχει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες και δυνατότητες που ενδεχομένως με τη σωστή δουλειά και καθοδήγηση το οδηγήσουν στο υψηλό επίπεδο και στις Εθνικές ομάδες! Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι: 1) οι επιλογές των ΠΟΠ θα είναι τέτοιες ώστε να είναι αποδεκτοί από το χώρο του Βόλεϊ της περιοχής τους. 2) Οι προπονήσεις τους να είναι «επιπέδου κλιμακίου & Εθνικών ομάδων» ώστε να είναι κίνητρο για τα παιδιά που θα θέλουν να πηγαίνουν γιατί θα βελτιώνονται. 3) Να υπάρχει ΑΓΑΣΤΗ συνεργασία μεταξύ ΠΟΠ και προπονητών των συλλόγων σχετικά με την προπονητική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στους-στις επιλεγμένους αθλητές-τριες αλλά κυρίως σχετικά με την ειδίκευση των παιδιών και το ρόλο τους στην ομάδα!

Εάν υιοθετηθούν τα παραπάνω και οι ΠΟΠ διατηρούν ατομικές καρτέλες με όλα τα στοιχεία των παιδιών (σωματομετρικά, κινητικά, φυσιολογικά) και την προπονητική-αγωνιστική τους εμπειρία (συμμετοχή σε προπονήσεις και αγώνες), τότε νομίζω ότι η δουλειά της τελικής επιλογής για τη σύσταση των μικρών Εθνικών ομάδων θα είναι μια τυπική αλλά και αξιόπιστη συνάμα διαδικασία που θα τοποθετεί αξιοκρατικά τον-την καθένα-μια σύμφωνα με τις ικανότητές του-της και την προσπάθεια που κατέβαλε καθ’ όλη τη χρονιά.   

Εύχομαι τα ερεθίσματα που έβαλα να γίνουν αφορμή προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου, κυρίως όμως να φτάσουν στα σωστά «ώτα» των ιθυνόντων που έχουν την πίτα και το μαχαίρι. Γένοιτο!!!        

Θανάσης Κασαμπαλής

Επίκουρος καθηγητής ΣΕΦΑΑ-ΔΠΘ

Προπονητής Βόλεϊ


Σχετικά Άρθρα